Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εφιδρώνω < επί + ιδρώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

εφιδρώνω

Κλίση)Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία