Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ετεροβαρώς < ετεροβαρής + -ώς

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ετεροβαρώς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία