διαπροσωπικές δεξιότητες

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαπροσωπικές δεξιότητες < → δείτε τις λέξεις διαπροσωπικός και δεξιότητα

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

διαπροσωπικές δεξιότητες

  • ένα σύνολο δεξιοτήτων του ατόμου που καθορίζουν τον τρόπο που σκέπτεται, δρα και ενεργεί ως μέρος ενός συνόλου εργαζομένων και που αφορά, μεταξύ άλλων, το πως σχετίζεται, αλληλεπιδρά και συνεργάζεται με αυτούς και που τελικά επηρρεάζει θετικά την αποτελεσματικότητά του μέσα σε ένα επαγγελματικό χώρο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία