Δείτε επίσης: δίβουλος

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δίβολος < δί- + βάλλω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δίβολος, -η, -ον

  1. που έχει ριχτεί δυο φορές
    δίβολος χλαῖνα (χλαίνη που έχει ριχτεί δύο φορές)
  2. που έχει δύο αιχμές
    ※  ἄγκυρα ξυλίνη δίβολος (Searchable Greek Inscriptions, Delos — 166-157/6 BC, ID 1412, The Packard Humanities Institute, [1])

  ΠηγέςΕπεξεργασία