Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

δάκρυσι(ν)

  1. δάκρυ, στη δοτική του πληθυντικού