Δείτε επίσης: γυναικοκρατοῦμαι

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γυναικοκρατούμαι < αρχαία ελληνική γυναικοκρατέομαι / γυναικοκρατοῦμαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

γυναικοκρατούμαι

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία