Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

γιγαντιαία

  • ...

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

γιγαντιαία, θηλυκό του γιγαντιαίος

  1. στην ονομαστική του ενικού
  2. στην αιτιατική του ενικού
  3. στην κλητική του ενικού

γιγαντιαία

  1. γιγαντιαίο, στην ονομαστική του πληθυντικού
  2. γιγαντιαίο, στην αιτιατική του πληθυντικού
  3. γιγαντιαίο, στην κλητική του πληθυντικού