Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

γαβγίσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γαβγίζω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαβγίζω
  3. θα γαβγίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γαβγίζω