Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

βρω

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίσκω
  2. θα βρω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βρίσκω