Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

βάψει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βάφω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάφω
  3. θα βάψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βάφω