Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναδείχνω < αρχαία ελληνική ἀναδεικνύω, με μεταβολή της κατάληξης στη δημοτική γλώσσα, κατά το δεικνύω > δείχνω[1]

  ΡήμαΕπεξεργασία

αναδείχνω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία