Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμυδρώς < αρχαία ελληνική ἀμυδρῶς

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αμυδρώς

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία