Δείτε επίσης: ἀενάως

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αενάως < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀενάως < ἀέναος

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αενάως