Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

αβγατίστε

  1. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αβγατίζω