Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

αίγαγρο αρσενικό

  1. αίγαγρος, στην αιτιατική του ενικού