Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

άγαρμπου

  1. άγαρμπος, στη γενική του ενικού
  2. άγαρμπο, στη γενική του ενικού