Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

  Ετυμολογία επεξεργασία

ΤΘ <
  1. Ταχυδρομική Θυρίδα
  2. Τεθωρακισμένα

  Συντομομορφή επεξεργασία

Τ.Θ. άκλιτο αρκτικόλεξο

  1. η ταχυδρομική θυρίδα

  Συντομομορφή επεξεργασία

ΤΘ άκλιτο συντομογραφία

  1. τα Τεθωρακισμένα, στρατιωτικό Όπλο

  Μεταφράσεις επεξεργασία