Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

Σίσυφο αρσενικό

  1. Σίσυφος, στην αιτιατική του ενικού