Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

Παλαιστινίων αρσενικό

  1. Παλαιστίνιος, στη γενική του πληθυντικού