Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Πάνερμος < → λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Πάνερμος αρσενικό

  1. (γεωγραφία) νοτιοανατολικό παράλιο χωριό της Νάξου
  2. νοτιοανατολικός μικρός όρμος της Νάξου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία