Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  ΣυντομομορφήΕπεξεργασία

ΠΚΕ αρκτικόλεξο

  1. (εκπαίδευση) ΠροΚαταρκτικές Εξετάσεις
  2. άλλη μορφή του π.Κ.Ε.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία