Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μάραγκας < → λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Μάραγκας αρσενικό

  1. (γεωγραφία) νοτιοδυτικός παράλιος οικισμός και παραλία της Νάξου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία