Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ΜΚΔ < : Μέγιστος Κοινός Διαιρέτης

  ΣυντομομορφήΕπεξεργασία

ΜΚΔ αρσενικό άκλιτο αρκτικόλεξο

  1. (μαθηματικά) ο μεγαλύτερος από τους κοινούς διαιρέτες δύο ή περισσότερων αριθμών ο οποίος διαρεί, χωρίς να αφήνει υπόλοιπο, και τους δύο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία