Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Λυγαρίδια < → λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Λυγαρίδια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (γεωγραφία) ανατολικό παράλιο χωριό και παραλία της Νάξου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία