Ποντιακά (pnt)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Κερασινόν < κεράσ(ι) + -ινός, κυριολεκτικά: ο μήνας που γίνονται τα κεράσα (κεράσια) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Κερασινόν αρσενικό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  • Κερασινός

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία