Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Εὔμηλος < εὔμηλος < εὖ + μῆλον + -ος (μῆλον = πρόβατο)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Εὔμηλος αρσενικό