αμάρτυρος: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

μ
καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ ({{clear}} πριν τις μεταφράσεις)
μΧωρίς σύνοψη επεξεργασίας
# {{ετ|γλωσσολ}} για όρο ή λέξη που δεν εντοπίζεται σε υπάρχον γραπτό κείμενο, αλλά εικάζεται ότι υπήρξε τουλάχιστον προφορική χρήση της. Σημειώνεται το σύμβολο [[*]] ([[αστερίσκος]]) μπροστά από τη λέξη.
## (''στην κλασική'' {{ετ|φιλολογ|0=-}}) τύπος ή λέξη που δεν [[μαρτυρούμαι|μαρτυρείται]], δεν σώζεται σε αρχαίο κείμενο, αλλά τη γνωρίζουμε από άλλη της μορφή ([[κλιτικός τύπος|κλιτικό τύπο]] ή [[σύνθετα|σύνθετη λέξη]]) ή από [[σχόλιο|σχόλια]] γραμματικών και λεξικογράφων
##: ''παράδειγμα: η αρχαία ελληνική λέξη'' {{λ|*λύκη|grc|*λύκη}} ''που απαντά σε σύνθετα όπως:'' {{λ|ἀμφιλύκη|grc}}
## (''[[ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία]]'') τύποι ([[ρίζα|ρίζες]], λέξεις) υποθετικών γλωσσών, στους οποίους φθάνουμε με τους αυστηρούς κανόνες της [[ανασύνθεση]]ς (ή [[επανασύνθεση]]ς)
##: ''παράδειγμα: για το ρήμα'' [[ἄγω]] ''η'' {{l|*ágō|grk-pro|lang=1}} ([[:en:Reconstruction:Proto-Hellenic/ágō|*ágōστο en.wiktionary]])