Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «ξερόψωμο»

μ (Bot: εισαγωγή κλείδας ταξινόμησης)
=={{-el-}}==
{{el-κλίσ-'πεύκο'}}
{{προσχέδιο}}
==={{ετυμολογία}}===
: '''{{PAGENAME}}''' < {{λείπει[[ξερός]] η+ ετυμολογία}}[[-ο-]] + [[ψωμί]] + [[-ο]]
 
==={{ουσιαστικό|el}}===
'''{{PAGENAME}}''' {{ο}}
#το [[ψωμί]] που έχει ξεραθεί, που δεν είναι [[φρέσκος|φρέσκο]]
# {{λείπει ο ορισμός}}
#:{{συνων}} [[μπαγιάτικο]]
#το [[ψωμί]] που τρώγεται σκέτο, χωρίς συνοδευτικό [[φαγητό]] ή [[προσφάι]]
 
===={{μεταφράσεις}}====