Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Δανακός < → λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Δανακός αρσενικό

  1. (γεωγραφία) ορεινό χωριό της Νάξου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία