Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ακάδημοι < → λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ακάδημοι αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό

  1. (γεωγραφία) ημιορεινός οικισμός της Νάξου, πολύ κοντά στο Χαλκί

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία