Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Αϊ-Βασίλης Αϊ-Βασίληδες
γενική Αϊ-Βασίλη Αϊ-Βασίληδων
αιτιατική Αϊ-Βασίλη Αϊ-Βασίληδες
κλητική Αϊ-Βασίλη Αϊ-Βασίληδες

.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Αϊ-Βασίλης < Βασίλειος Καισαρείας (4ος αιώνας), εμπνευστής της οργανωμένης φιλανθρωπίας
για τον Άγιο της Πρωτοχρονιάς < επίδραση του αγγλικού Santa Claus και του γαλλικού père Noël[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aɪ.vaˈsi.lis/

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Αϊ-Βασίλης αρσενικό

  1. λαογραφική μορφή που σχετίζεται με τον εορτασμό της Πρωτοχρονιάς και των Χριστουγέννων. Φοράει κόκκινη στολή, έχει λευκή γενειάδα και είναι πάντα χαμογελαστός. Ξεκινά κάθε χρόνο τις παραμονές Πρωτοχρονιάς από το Βορρά, φορτωμένος με το σάκο με τα δώρα, πάνω σε έλκηθρο που το σέρνουν ελάφια ή τάρανδοι, για να χαρίσει δώρα σε όλα τα παιδιά της γης
  2. το πρόσωπο που ντύνεται Αϊ-Βασίλης
    τα Χριστούγεννα τα παιδιά βγάζουν φωτογραφίες με τους Αϊ-Βασίληδες
  3. ο Άγιος Βασίλειος

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Χρησιμοποιήθηκε υλικό από το άρθρο Αϊ-Βασίλης της Βικιπαίδειας