Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ĉagreni < ĉagren + -i

  ΡήμαΕπεξεργασία

ρήμα ĉagreni
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας ĉagrenas ĉagrenanta ĉagrenata
αόριστος ĉagrenis ĉagreninta ĉagrenita
μέλλοντας ĉagrenos ĉagrenonta ĉagrenota
υποθετική ĉagrenus - -
προστακτική ĉagrenu - -

ĉagreni (eo)