Ετυμολογία

επεξεργασία

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
égalité égalités

égalité (fr)

  1. ισότητα
    l'égalité des sexes - η ισότητα των φύλων
    2+2=4 s'appelle une égalité - 2+2=4 λέγεται μια ισότητα

Συγγενικά

επεξεργασία
  • → δείτε τη λέξη égaler