Άνοιγμα κυρίου μενού

Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
árvore árvores

árvore (pt) αρσενικό

  1. το δέντρο