Τσεχικά (cs)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

způsob 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

způsob (cs) αρσενικό

  1. ο τρόπος
  2. (γραμματική) η διάθεση