Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

zénith < μεσαιωνική λατινική cenit < αραβική[1] سَمْتُ الرَّأْس‎ (samtu (a)r-raʾs, διαδρομή πάνω από το κεφάλι)[2]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ze.nit/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

zénith (fr)

  • ζενίθ
    Le zénith et le nadir.
    Το ζενίθ και το ναδίρ.

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. zénith - ετυμολογία στο CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.