Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

wireless < wire + -less

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈwaɪ.ə(ɹ).ləs/ (βρετανικό)
ήχος (ΗΠΑ) 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

wireless (en)

wireless network - ασύρματο δίκτυο
wireless communication - ασύρματη επικοινωνία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • wireless στην αγγλική Βικιπαίδεια