Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

undecorated < un- + decorated

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

undecorated (en)

  1. αδιακόσμητος
  2. απαρασημοφόρητος