Πολωνικά (pl)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

szwedzki (pl)

  1. σουηδικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

szwedzki (pl) ουδέτερο, μόνο στον ενικό

  1. τα σουηδικά, η σουηδική γλώσσα