Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

strychnos < αρχαία ελληνική στρύχνος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /stʁik.nɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

strychnos αρσενικό

Ο στρύχνος