Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

shun (en)

  1. αποφεύγω (κάτι, με επιμονή)
  2. αποφεύγω (καταφέρνω να γλιτώσω από έναν κίνδυνο, μια ανεπιθύμητη εργασία κλπ)