Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈʒɛ̃w̃sa/
Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

rzęsa (pl) θηλυκό

  1. η βλεφαρίδα
  2. (βοτανική) είδος μικρού νούφαρου (Lemna minor L.)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία