Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

quais, πληθυντικός του qual

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

quais (pt) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ποιοι, ποιες