Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

psychosomatic (en)

  1. ψυχοσωματικός, που αναφέρεται σε σωματικά συμπτώματα που προκαλούνται από ψυχικές καταστάσεις ή ενέργειες