Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

przecinek 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

przecinek (pl) αρσενικό

  1. το κόμμα (σημείο στίξης)
  2. (μεταφορικά) (λαϊκότροπο) βρισιά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία