Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpʲjɛ̇̃ɲɔ̃nʦ̑/
Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pieniądz (pl) αρσενικό

  1. το χρήμα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • czas to pieniądz
  • rzucać pieniądze w błoto
  • pieniądze nie śmierdzą
  • spać na pieniądzach

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • χρησιμοποιείται συνήθως στον πληθυντικό (pieniądze)