Άνοιγμα κυρίου μενού
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.
Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.


Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

/ˈɒntɪk/

  Ετυμολογία enΕπεξεργασία

1940s: ontic < αρχαία ελληνική ὄν, ont- «πλάσμα» + -ic

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

(φιλοσοφία)
ontic

  • οντοτικός, των οντοτήτων
  • οντικός, των όντων, πραγματικά υποστατός και όχι μόνο φαινομενικός/θεωρητικός/μαθηματικός/υποθετικός
  • σχετικός-(συ)σχετιζόμενος-που σχετίζεται με τις οντότητες και τα δεδομένα που τις περιγράφουν-που υπάρχουν-προκύπτουν γι' αυτές
  • σχετικός-(συ)σχετιζόμενος-που σχετίζεται με την πραγματική σε αντίθεση με την φαινομενική ύπαρξη-υπόσταση

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • ontic στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια  


ΣημειώσειςΕπεξεργασία

ο όρος ontological, οντολογικός, της οντολογίας, concerning ontology: α. περί της οντικής υπόστασης, που αφορά την φύση των όντων β. που αφορά σχετικιστική και ταξινομική ανάλυση δύναται να ταυτίζεται νοηματικά ή και όχι