Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

omnipotent (en)

  1. παντοδύναμος
  2. (βιολογία) (αλλάζει η προφορά/σπάνιο) παντοδυνητικός

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

omnipotent (fr)