Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ogrodnik < ogród

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ogrodnik (pl) αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία