Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

nocturnal (en)

  1. (για ζώα) νυχτόβιος
  2. νυχτερινός, που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της νύχτας